Μετάφραση του "sohle" σε Ελληνικά
Οι σόλα, πέλμα, πατούσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sohle" σε Ελληνικά.
Sohle
noun
feminine
γραμματική
Die untere Fläche eines Schuhs oder Stiefels. [..]
-
σόλα
noun feminineEs reicht bis zur Sohle und ist an ihr befestigt.
Φθάνει μέχρι τη σόλα, με την οποία συνδέεται.
-
πέλμα
noun neuterSchuhe mit Oberteil aus Bändern oder Riemen, mit der Sohle durch Zapfen zusammengesteckt
Υποδήματα με το πάνω μέρος από λουρίδες ή λουριά που είναι στερεωμένα στο πέλμα με θηλυκωτήρια
-
πατούσα
noun verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- στοά
- άγαμος
- πάτος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sohle " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "sohle"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη