Μετάφραση του "sole" σε Ελληνικά
Οι άρμη, άλμη, Άρμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sole" σε Ελληνικά.
sole
-
άρμη
NounEintrag von Wasser — aus Punktquellen (z. B. Sole)
Εισροή υδάτων — σημειακές πηγές (π.χ. άρμη)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sole " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Sole
noun
Noun
feminine
γραμματική
Stark mit Salz gesättigtes oder angereichertes Wasser.
-
άλμη
noun feminineDie Fliegen sind voller Süßwasser, filtriert aus der Sole.
Οι μύγες είναι γεμάτες με φρέσκο νερό, φιλτραρισμένο από την άλμη.
-
Άρμη
wässrige Lösung von Salzen
Eintrag von Wasser — aus Punktquellen (z. B. Sole)
Εισροή υδάτων — σημειακές πηγές (π.χ. άρμη)
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη