Μετάφραση του "solvent" σε Ελληνικά

Οι διαλυτικός, φερέγγυος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "solvent" σε Ελληνικά.

solvent Adjective adjective γραμματική

flüssig (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαλυτικός

    adjective masculine
  • φερέγγυος

    Das Finanzinstitut ist zum Zeitpunkt der Bereitstellung der Liquidität solvent und die Liquiditätshilfe ist nicht Bestandteil eines größeren Maßnahmenpakets;

    ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός είναι φερέγγυος κατά τον χρόνο παροχής της ρευστότητας και η τελευταία δεν αποτελεί μέρος ευρύτερης δέσμης ενισχύσεων,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " solvent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "solvent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη