Μετάφραση του "sonnen" σε Ελληνικά
Οι λιάζω, λιάζομαι, ηλιακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sonnen" σε Ελληνικά.
sonnen
verb
γραμματική
(von der Sonne) braun werden lassen
-
λιάζω
verbDer Glotzfrosch sonnt sich direkt hinter uns.
Ο Μεξικανικός Ατενίζων Βάτραχος λιάζεται σε ένα βράχο ακριβώς από πίσω μας.
-
λιάζομαι
Verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sonnen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Sonnen
noun
-
ηλιακός
adjective noun
Εικόνες με "sonnen"
Φράσεις παρόμοιες με "sonnen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αλληλεπίδραση μεταξύ Γης και Ηλίου
-
κάθομαι στον ήλιο
-
ο ήλιος λάμπει
-
Κάτω από τον ήλιο της Τοσκάνης
-
κάθομαι στον ήλιο
-
απολαμβάνω · κάνω ηλιοθεραπεία
-
ηλιακός
-
υπό τον ήλιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη