Μετάφραση του "sonnen" σε Ελληνικά

Οι λιάζω, λιάζομαι, ηλιακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sonnen" σε Ελληνικά.

sonnen verb γραμματική

(von der Sonne) braun werden lassen

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιάζω

    verb

    Der Glotzfrosch sonnt sich direkt hinter uns.

    Ο Μεξικανικός Ατενίζων Βάτραχος λιάζεται σε ένα βράχο ακριβώς από πίσω μας.

  • λιάζομαι

    Verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sonnen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Sonnen noun
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλιακός

    adjective noun

Εικόνες με "sonnen"

Φράσεις παρόμοιες με "sonnen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sonnen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη