Μετάφραση του "sorglos" σε Ελληνικά

Οι ανέμελος, ξέγνοιαστος, απρόσεκτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sorglos" σε Ελληνικά.

sorglos adjective γραμματική

tiefenentspannt (ironisch) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανέμελος

    adjective masculine

    Kyle ist schelmisch, sorglos, und teilt keine Eigenschaften mit James Wilson.

    Ο Κάιλ είναι σκανταλιάρης, ανέμελος, και δεν έχει τις ίδιες αξίες με τον Τζέιμς Γουίλσον.

  • ξέγνοιαστος

    adjective masculine
  • απρόσεκτος

    Adjective

    Und wer das Aufpassen auf Kinder nicht ernst nimmt, ist höchstwahrscheinlich auch unzuverlässig, sorglos und nachlässig.

    Ένας τέτοιος νεαρός που δεν νοιάζεται για το αδελφάκι του πιθανότατα θα αποδειχτεί αναξιόπιστος, απρόσεκτος και αμελής.

  • αμέριμνος

    adjective

    Er geht über Abkommen, die er trifft, nicht gleichgültig oder sorglos hinweg.

    Δεν είναι αμέριμνος στις συμφωνίες που συνάπτει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sorglos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sorglos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη