Μετάφραση του "spartanisch" σε Ελληνικά

Οι σπαρτιάτικος, σπαρτιατικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spartanisch" σε Ελληνικά.

spartanisch Adjective γραμματική

modest (veraltet) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σπαρτιάτικος

    Das Wort „spartanisch“ wird in vielen Sprachen gebraucht, um einen Mangel an Komfort zu beschreiben.

    Τη λέξη «σπαρτιάτικος» τη χρησιμοποιούν πολλές γλώσσες για να περιγράψουν την έλλειψη ανέσεων.

  • σπαρτιατικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spartanisch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spartanisch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη