Μετάφραση του "spotten" σε Ελληνικά
Οι χλευάζω, γελώ, κοροϊδεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spotten" σε Ελληνικά.
spotten
verb
γραμματική
(sich) mokieren (gehoben) [..]
-
χλευάζω
verbDie Bösen haben über seine Wege gespottet; sie haben seine Diener verfolgt und sogar seinen Sohn getötet.
Οι ασεβείς έχουν χλευάσει τις οδούς του· έχουν διώξει τους υπηρέτες του, θανάτωσαν μάλιστα και τον Γιο του.
-
γελώ
verb -
κοροϊδεύω
verbIch kritisiere, ich schelte, ich züchtige,Ich habe auch schon Leute zu neuen Menschen erzogen, aber ich spotte nie
Κριτικάρω, κατσαδιάζω, μαλώνω... έχω ακόμα αντικαταστήσει κάποιον με έναν άλλον, αλλά δεν κοροϊδεύω ποτέ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spotten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη