Μετάφραση του "springen" σε Ελληνικά
Οι πηδώ, πετάγομαι, αναπηδώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "springen" σε Ελληνικά.
springen
verb
γραμματική
jumpen (norddt.) [..]
-
πηδώ
verbΕκτοξεύομαι γρήγορα προς τα πάνω έτσι ώστε το σώμα βρίσκεται στον αέρα χάρη στη φόρα.
Der springt nicht mehr.
Δεν μπορω να πηδώ πια.
-
πετάγομαι
verbAuch mein Predigtdienst ist davon betroffen, denn ich springe so schnell von einem Thema zum anderen, daß mir niemand folgen kann.“
Η διακονία μου επηρεάζεται επειδή πετάγομαι από το ένα θέμα στο άλλο με τέτοια ταχύτητα ώστε κανείς δεν μπορεί να με παρακολουθήσει».
-
αναπηδώ
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πάλλομαι
- πηγαίνω
- ραγίζω
- σπάζω
- ξεπετάγομαι
- ξεπροβάλλω
- ξεφυτρώνω
- σαλτάρω
- υπερπηδώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " springen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "springen"
Φράσεις παρόμοιες με "springen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πήδηξε πάνω από το φράχτη
-
ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα
-
πεθαίνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη