Μετάφραση του "sprunghaft" σε Ελληνικά
Οι ασταθής, αλματώδης, διακριτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sprunghaft" σε Ελληνικά.
sprunghaft
adjective
γραμματική
nicht durchgängig (zu beobachten) [..]
-
ασταθής
Du bist so sprunghaft gewesen kürzlich, wie du es jetzt bist.
Ήσουν τόσο ασταθής τον τελευταίο καιρό, όπως είσαι τώρα.
-
αλματώδης
Adjective -
διακριτικός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sprunghaft " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη