Μετάφραση του "stark" σε Ελληνικά

Οι δυνατός, ακμαίος, σθεναρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stark" σε Ελληνικά.

stark adjective γραμματική

stark (emotional, spirituell, nicht physisch) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυνατός

    adjective masculine

    με μεγάλη σωματική δύναμη

    Er ist stark und tapfer, aber vor allem liebenswert.

    Είναι δυνατός, γενναίος και, προπαντός, ευγενικός.

  • ακμαίος

    adjective masculine
  • σθεναρός

    adjective

    Wir sind stark dagegen, da wir keine Harmonisierung des europäischen Strafrechts möchten.

    Αντιτιθόμαστε σθεναρά σε κάτι τέτοιο, καθώς δεν επιθυμούμε εναρμόνιση του ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έντονος
    • βαρύς
    • εύσωμος
    • ισχυρός
    • μεγάλος
    • πολύ
    • σκληρός
    • φοβερός
    • χοντρός
    • γερός
    • αθλθτικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stark " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stark" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stark" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη