Μετάφραση του "stecken" σε Ελληνικά

Οι βάζω, θέτω, εισάγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stecken" σε Ελληνικά.

stecken verb γραμματική

zurückrudern (fig.) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάζω

    verb

    Er wird uns wie immer in den Knast stecken.

    Θα μας βάλει στη φυλακή, όπως κάνει πάντα.

  • θέτω

    verb

    Wir müssen uns jetzt Ziele stecken, die bestimmter, klarer und verbindlicher sind.

    Πρέπει να τεθούν πλέον σταθερότεροι, σαφέστεροι και δεσμευτικότεροι στόχοι.

  • εισάγω

    verb

    Oder wir stecken sie in die Geschlossene.

    Ή την εισάγουμε σε ψυχιατρική κλινική.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγγέλω
    • βρίσκομαι
    • περνώ
    • χώνω
    • φορώ
    • εισαγωγή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stecken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Stecken noun masculine γραμματική

spanisches Rohr (veraltet)

+ Προσθήκη

"Stecken" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Stecken στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "stecken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stecken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη