Μετάφραση του "stehen" σε Ελληνικά

Οι στέκομαι, είναι, ακουμπώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stehen" σε Ελληνικά.

stehen verb γραμματική

weg (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στέκομαι

    verb

    In einer aufrechten Haltung sein, auf die Füße gestützt sein.

    Ich kann nicht ewig in der Sonne stehen.

    Δεν μπορώ να στέκομαι εδώ έξω για πάντα.

  • είναι

    verb

    Da steht eine Flasche Wein auf dem Tisch.

    Εδώ είναι ένα μπουκάλι κρασί πάνω στο τραπέζι.

  • ακουμπώ

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βρίσκομαι, είμαι
    • γουστάρω
    • δείχνω
    • υποστηρίζω
    • μένω όρθιος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stehen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Stehen
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορθοστασία

    Langes Stehen verursacht außerdem irreversible Gelenk - und Rückenschmerzen.

    Επιπλέον, η ορθοστασία για παρατεταμένες χρονικές περιόδους προκαλεί μη αναστρέψιμους πόνους στις αρθρώσεις και στην πλάτη.

Εικόνες με "stehen"

Φράσεις παρόμοιες με "stehen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stehen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη