Μετάφραση του "steigern" σε Ελληνικά

Οι αυξάνω, αβγατίζω, εντείνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "steigern" σε Ελληνικά.

steigern verb γραμματική

zunehmen (an)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυξάνω

    verb

    Sicher gibt es noch viele andere Möglichkeiten, unsere Beteiligung am Predigtdienst zu steigern.

    Μ’ αυτούς ή με άλλους τρόπους, θα μπορέσουμε να αυξήσουμε τη συμμετοχή μας στην υπηρεσία αγρού.

  • αβγατίζω

    verb
  • εντείνω

    verb

    Die sexuellen Neben- und Untertöne werden in Diskotheken lediglich verstärkt, gesteigert und übertrieben.“

    Στις ‘ντισκοτέκ,’ οι σεξουαλικοί ήχοι, δυνατοί και χαμηλοί, απλώς εντείνονται, μεγαλοποιούνται και μεγεθύνονται.»

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " steigern " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Steigern
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αύξηση

    noun feminine

    Zudem würde sie auch Erfolgsquoten für potenzielle Begünstigte steigern helfen.

    Επίσης θα συμβάλει στην αύξηση των ποσοστών επιτυχίας των πιθανών δικαιούχων.

Φράσεις παρόμοιες με "steigern" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "steigern" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη