Μετάφραση του "steinalt" σε Ελληνικά

Οι παμπάλαιος, πανάρχαιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "steinalt" σε Ελληνικά.

steinalt adjective γραμματική

steinalt (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παμπάλαιος

    Ein steinaltes Konzept, das jedoch funktioniert.

    Είναι παμπάλαια μέθοδος, αλλά αποδίδει.

  • πανάρχαιο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " steinalt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "steinalt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη