Μετάφραση του "sterblich" σε Ελληνικά

Οι θνητός, νεκρός, θανάσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sterblich" σε Ελληνικά.

sterblich adjective γραμματική

Fähig zu sterben (bei einer Person oder einem Lebewesen).

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θνητός

    adjective masculine

    Alle Menschen sind sterblich. Alle Griechen sind Menschen. Folglich sind alle Griechen sterblich.

    Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί, όλοι οι Έλληνες είναι άνθρωποι, επομένως όλοι οι Έλληνες είναι θνητοί.

  • νεκρός

    adjective

    Horus hat zugestimmt, die Frau des Sterblichen vom Tod zurückzuholen.

    Ο Ώρος συμφώνησε, να φέρει απ'τους νεκρούς, την γυναίκα του θνητού.

  • θανάσιμος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sterblich " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sterblich" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sterblich" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη