Μετάφραση του "steuern" σε Ελληνικά
Οι έλεγχος, διέπω, ελέγχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "steuern" σε Ελληνικά.
(die) Weichen stellen [..]
-
έλεγχος
noun masculineDie Ladephasen dürfen nicht von Hand gesteuert werden können.
Δεν είναι δυνατός ο χειροκίνητος έλεγχος των σταδίων φόρτισης.
-
διέπω
VerbSie führen eine selektive Immigration ein, die von Marktbedürfnissen gesteuert wird.
Εισάγουν την επιλεκτική μετανάστευση που διέπεται από τις απαιτήσεις της αγοράς.
-
ελέγχω
verbWenn er dieses Raster im eigenen Gehirn sieht, kann er lernen, es zu steuern.
Αν διαπιστώσει ένα μοτίβο στα σημεία που μετέχουν στον εγκέφαλο, μπορεί να μάθει να το το ελέγχει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κατευθύνω
- κυβερνώ
- οδηγώ
- πιλοτάρω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " steuern " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
eines Schiffes
"Steuern" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Steuern στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "steuern" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φόρος φυσικών προσώπων
-
ακαθάριστα
-
ετήσιος φόρος
-
παρακράτηση των φόρων στην πηγή
-
άμεσος φόρος
-
απαλλαγή από τους φόρους
-
οδήγηση σε κατάσταση μέθης
-
καταβάλλω φόρους