Μετάφραση του "steuern" σε Ελληνικά

Οι έλεγχος, διέπω, ελέγχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "steuern" σε Ελληνικά.

steuern verb γραμματική

(die) Weichen stellen [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλεγχος

    noun masculine

    Die Ladephasen dürfen nicht von Hand gesteuert werden können.

    Δεν είναι δυνατός ο χειροκίνητος έλεγχος των σταδίων φόρτισης.

  • διέπω

    Verb

    Sie führen eine selektive Immigration ein, die von Marktbedürfnissen gesteuert wird.

    Εισάγουν την επιλεκτική μετανάστευση που διέπεται από τις απαιτήσεις της αγοράς.

  • ελέγχω

    verb

    Wenn er dieses Raster im eigenen Gehirn sieht, kann er lernen, es zu steuern.

    Αν διαπιστώσει ένα μοτίβο στα σημεία που μετέχουν στον εγκέφαλο, μπορεί να μάθει να το το ελέγχει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατευθύνω
    • κυβερνώ
    • οδηγώ
    • πιλοτάρω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " steuern " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Steuern noun γραμματική

eines Schiffes

+ Προσθήκη

"Steuern" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Steuern στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "steuern" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "steuern" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη