Μετάφραση του "stoff" σε Ελληνικά
Οι ύλη, ύφασμα, ουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stoff" σε Ελληνικά.
stoff
-
ύλη
noun feminineSchließlich kamen alle zusammen, um den Stoff zu besprechen.
Τελικά, όλοι συναντιούνταν για να συζητήσουν την ύλη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stoff " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Stoff
noun
masculine
γραμματική
(das) Wesentliche [..]
-
ύφασμα
noun neuterDer Stoff leuchtet, wenn er einer Energiequelle ausgesetzt wird.
Το ύφασμα φωσφορίζει όταν εκτίθεται σε ενεργειακή πηγή.
-
ουσία
noun feminineKeine Prüfung erforderlich, wenn der Stoff anorganisch ist.
Η μελέτη δεν χρειάζεται να διενεργείται εάν η ουσία είναι ανόργανη.
-
πρέζα
noun feminineMir ist es egal, ob du Stoff verkauft hast, oder was auch immer.
Δεν με νοιάζει αν πουλούσες πρέζα ή ότι άλλο έκανες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θέμα
- ναρκωτικό
- πράγμα
- υλικό
- ύλη
- στόφα
Φράσεις παρόμοιες με "stoff" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οργανικές ουσίες
-
καρκινογόνος ουσία
-
λιπόφιλη ουσία
-
ουσία επικίνδυνη για το περιβάλλον
-
ξενοβιοτική ουσία
-
ατμοσφαιρικοί ρύποι
-
ελαφρώς αποικοδομήσιμη (διασπάσιμη) ουσία
-
ουσία επικίνδυνη για το περιβάλλον
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη