Μετάφραση του "streichen" σε Ελληνικά
Οι βάφω, ακυρώνω, διαγράφω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "streichen" σε Ελληνικά.
auslesen (fachsprachlich) [..]
-
βάφω
verbIch benutzte es, um meinen Aufenthaltsraum ziegelrot zu streichen.
Το χρησιμοποιούσα για να βάφω τα τούβλα του δωματίου κόκκινα.
-
ακυρώνω
verbDie Eisenbahngesellschaft hat ihre Pläne für zusätzliche Bauten gestrichen.
Η εταιρεία ακύρωσε τα σχέδια για υπεράριθμα κτίρια.
-
διαγράφω
verbDiese Änderung ist notwendig, da der genannte Anhang, wie bereits ausgeführt, gestrichen wurde.
Η εν λόγω τροποποίηση είναι αναγκαία διότι, όπως προαναφέρθηκε, το συγκεκριμένο παράρτημα διαγράφεται.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ακύρωση
- κατεβάζω
- μειώνώ
- χαμηλώνω
- χαϊδεύω
- καταδέχομαι
- ακουμπώ
- αλείφω
- απλώνω
- καταργώ
- ματαιώνω
- ξεγράφω
- περιπλανιέμαι
- σκουπίζω
- καταβιβάζω
- σκοτώνω
- σβήνω
- απεικονίζω
- αναστέλλω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " streichen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Butter aufs Brot etc.
-
βάψιμο
Wenn auch das erledigt ist, dann ist unser Raum bereit, und das Streichen an sich kann losgehen.
Όταν γίνει αυτό, το δωμάτιό μας είναι έτοιμο για να αρχίσει το κανονικό βάψιμο.
Εικόνες με "streichen"
Φράσεις παρόμοιες με "streichen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μολυβιά
-
στο κάτω κάτω
-
κάνω πεζοδρόμιο
-
κέρασμα ή φάρσα
-
διοχέτευση
-
φρεσκοβαμμένο!
-
γραμμή · μολυβιά · περιοχή · πινελιά · χαρακιά
-
φρεσκοβαμμένος