Μετάφραση του "streitig" σε Ελληνικά

Οι αμφισβητούμενος, επίδικος, επίμαχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "streitig" σε Ελληνικά.

streitig Adjective γραμματική

kontroversiell (österr.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμφισβητούμενος

  • επίδικος

    Adjective
  • επίμαχος

  • κατ' αντιμωλία

    Die Beweise müssen jedoch streitig erörtert werden können.

    Τα στοιχεία αυτά πρέπει πάντως να αποτελέσουν αντικείμενο καταντιμωλία συζητήσεως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " streitig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "streitig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη