Μετάφραση του "stricken" σε Ελληνικά
Οι πλέκω, δένω, πλέξιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stricken" σε Ελληνικά.
stricken
verb
γραμματική
-
πλέκω
verbNachdem auch diese Frage geklärt ist, kann sie anfangen zu stricken.
Αφού το αποφασίζουμε και αυτό, μπορεί να αρχίσει να πλέκει.
-
δένω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stricken " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Stricken
noun
neuter
γραμματική
-
πλέξιμο
noun neuterDas Stricken ist noch nie so leicht gewesen wie heute.
Ποτέ το πλέξιμο δεν είναι τόσο εύκολο, όσο σήμερα.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη