Μετάφραση του "stricken" σε Ελληνικά

Οι πλέκω, δένω, πλέξιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stricken" σε Ελληνικά.

stricken verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλέκω

    verb

    Nachdem auch diese Frage geklärt ist, kann sie anfangen zu stricken.

    Αφού το αποφασίζουμε και αυτό, μπορεί να αρχίσει να πλέκει.

  • δένω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stricken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Stricken noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλέξιμο

    noun neuter

    Das Stricken ist noch nie so leicht gewesen wie heute.

    Ποτέ το πλέξιμο δεν είναι τόσο εύκολο, όσο σήμερα.

Φράσεις παρόμοιες με "stricken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σκοινί
  • αγχόνη · καλώδιο · κρεμάλα · σπάγκος · σχοινί · τριχιά
  • αγχόνη · καλώδιο · κρεμάλα · σπάγκος · σχοινί · τριχιά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stricken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη