Μετάφραση του "studieren" σε Ελληνικά

Οι σπουδάζω, μελετώ, μελετάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "studieren" σε Ελληνικά.

studieren verb γραμματική

etwas (näher) unter die Lupe nehmen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σπουδάζω

    verb

    studieren an der Uni Goethe

    Ich habe vor, nächstes Jahr im Ausland zu studieren, in Amerkia.

    Σκοπεύω τον επόμενο χρόνο να σπουδάσω στο εξωτερικό, στην Αμερική.

  • μελετώ

    verb

    Sie bitten mich herein und oft kann ich mit ihnen studieren.

    Με δέχονται στο σπίτι τους, και πολλές φορές μελετώ τη Γραφή μαζί τους.

  • μελετάω

    verb

    Ich habe die Rollen genau studiert und sie sind leider ziemlich eindeutig.

    Μπάφυ, τα μελέτησα αυτά πολύ προσεκτικά, δεν υπάρχει μεγάλο περιθώριο για λάθος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μελέτη
    • φοιτώ
    • εξετάζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " studieren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "studieren"

Φράσεις παρόμοιες με "studieren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "studieren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη