Μετάφραση του "stuhl" σε Ελληνικά

Οι έδρα, καρέκλα, κόπρανα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stuhl" σε Ελληνικά.

stuhl
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έδρα

    noun feminine

    weil Professor Hawking in Cambridge den gleichen Stuhl innehat

    μια και ο καθηγητής Χώκινγκ έχει στο Κέιμπριτζ την ίδια έδρα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stuhl " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Stuhl noun masculine γραμματική

Bergère (antik) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρέκλα

    noun feminine

    Sitzmöbel [..]

    In dem Zimmer befand sich lediglich ein alter Stuhl.

    Δεν υπήρχε τίποτα στο δωμάτιο εκτός από μία παλιά καρέκλα.

  • κόπρανα

    noun neuter

    Ich soll nur in meinem Stuhl danach suchen.

    Απλά πρέπει να ψάξουν για το στα κόπρανα μου.

  • Καρέκλα

    In dem Zimmer befand sich lediglich ein alter Stuhl.

    Δεν υπήρχε τίποτα στο δωμάτιο εκτός από μία παλιά καρέκλα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάθισμα
    • έδρα
    • θέση
    • περιττώματα

Εικόνες με "stuhl"

Φράσεις παρόμοιες με "stuhl" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stuhl" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη