Μετάφραση του "stutzen" σε Ελληνικά
Οι διστάζω, κολοβώνω, κουτσουρεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stutzen" σε Ελληνικά.
stutzen
verb
γραμματική
beischneiden (umgangssprachlich) [..]
-
διστάζω
verb -
κολοβώνω
-
κουτσουρεύω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stutzen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Stutzen
Noun
noun
masculine
γραμματική
-
στόμιο
noun neuterDer Ingenieur, Christopher Cockerell, nahm die größere Dose und bohrte ein Loch in den Boden, das groß genug war, damit der Stutzen des Gebläses hineinpaßte.
Ο μηχανικός Κρίστοφερ Κόκρελλ πήρε το μεγαλύτερο κουτί και έκαμε μια τρύπα στη βάσι του, αρκετά μεγάλη για να χωρή το στόμιο του βιομηχανικού φυσητήρος.
Φράσεις παρόμοιες με "stutzen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κολοβός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη