Μετάφραση του "subventionieren" σε Ελληνικά

Οι επιδοτώ, επιχορηγώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "subventionieren" σε Ελληνικά.

subventionieren verb γραμματική

(jemandem) unter die Arme greifen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιδοτώ

    verb

    46 Der Begriff „subventionieren“ bedeutet in seinem gewöhnlichen Sinn entgegen dem Vorbringen der Französischen Republik jedoch ganz einfach, eine Begünstigung zu gewähren.

    46 Εντούτοις, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Γαλλική Δημοκρατία, ο όρος «επιδοτώ» έχει κατά τη συνήθη έννοιά του απλώς τη σημασία της χορήγησης ενός πλεονεκτήματος.

  • επιχορηγώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " subventionieren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "subventionieren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη