Μετάφραση του "trübe" σε Ελληνικά

Οι θολός, αγέλαστος, θαμπός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trübe" σε Ελληνικά.

trübe adjective

Sich seelisch nicht wohl fühlend, weil etwas fehlt oder nicht stimmt.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θολός

    adjective masculine

    Ist der Wein trübe, so muß er durch Zentrifugieren geklärt werden.

    Εάν ο οίνος είναι θολός, διαυγάζεται με φυγοκέντρηση.

  • αγέλαστος

    adjective
  • θαμπός

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λυπημένος
    • άθλιος
    • άχαρος
    • ασαφής
    • θλιβερός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trübe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Trübe
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βούκος

Εικόνες με "trübe"

Φράσεις παρόμοιες με "trübe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βουρκώνω
  • βουρκώνω · θαμπώνω · θολώνω · χαλώ
  • βουρκώνω
  • ψαρεύω σε θολά νερά · ψαρεύω στα θολά
  • θολερός · θολός · λυπημένος
  • βουρκώνω · θαμπώνω · θολώνω · χαλώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trübe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη