Μετάφραση του "transportabel" σε Ελληνικά

Οι μεταφερτός, φορητός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "transportabel" σε Ελληνικά.

transportabel adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεταφερτός

  • φορητός

    noun masculine

    · transportable motorbetriebene Elektrowerkzeuge (einschließlich elektrisch betriebener Gartengeräte)

    · φορητά ηλεκτρικά εργαλεία με κινητήρα (συμπ. ηλεκτροκινούμενων συσκευών κήπου)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " transportabel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "transportabel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη