Μετάφραση του "tugendhaft" σε Ελληνικά

Οι ενάρετος, ηθικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tugendhaft" σε Ελληνικά.

tugendhaft Adjective γραμματική

moralistisch (oft abwertend) (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενάρετος

    Adjective

    Wenn du so tugendhaft bist, zeig mir das Geld!

    Αν είσαι τόσο ενάρετος, δείξε μου τα χρήματα.

  • ηθικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tugendhaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tugendhaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη