Μετάφραση του "tun" σε Ελληνικά

Οι κάνω, κάμνω, βάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tun" σε Ελληνικά.

tun verb γραμματική

laufen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάνω

    verb

    Ein Spaziergang an der frischen Luft wird dir gut tun.

    Mια βόλτα στον καθαρό αέρα θα σου κάνει καλό.

  • κάμνω

    verb

    Agieren, verhalten.

    Um das zu tun, müsste ich meinen eigenen Bruder vernichten.

    Για να το κάμω, θα πρέπη να καταστρέψω τον ίδιο μου τον αδελφό.

  • βάζω

    verb

    Niemand zwingt mich etwas zu tun, was ich nicht will.

    Κανείς δε μπορεί να με βάλει να κάνω κάτι που δεν θέλω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πράττω
    • ενεργώ
    • δρω
    • θέτω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tun " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Tun noun Noun neuter γραμματική

Tun und Lassen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δράση

    noun feminine

    Bisher sind diesen Worten jedoch noch keine Taten gefolgt.

    Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει ακολουθήσει καμία δράση.

Φράσεις παρόμοιες με "tun" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tun" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη