Μετάφραση του "umgehend" σε Ελληνικά
Οι αμέσως, ακαριαίος, επόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "umgehend" σε Ελληνικά.
umgehend
adjective
verb
γραμματική
stehenden Fußes (gehoben) [..]
-
αμέσως
adverbJede Maßnahme wird umgehend zurückgenommen oder geändert, sobald der Wirtschaftsakteur nachweist, dass er wirksame Korrekturmaßnahmen getroffen hat.
Οποιοδήποτε ληφθέν μέτρο αποσύρεται ή τροποποιείται αμέσως μόλις ο οικονομικός φορέας αποδείξει ότι έχει λάβει αποτελεσματικά διορθωτικά μέτρα.
-
ακαριαίος
adjective -
επόμενος
adjective masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πάραυτα
- ακόλουθος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " umgehend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "umgehend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θα διεκπεραιωθεί αμέσως
-
αποφεύγω · καταστρατηγώ · κυκλοφορώ · μεταχειρίζομαι · παρακάμπτω · τριγυρίζω · χειρίζομαι
-
πώς μπορεί κάποιος τους δυσάρεστους ανθρώπους να αποφύγει
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη