Μετάφραση του "umgehend" σε Ελληνικά

Οι αμέσως, ακαριαίος, επόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "umgehend" σε Ελληνικά.

umgehend adjective verb γραμματική

stehenden Fußes (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμέσως

    adverb

    Jede Maßnahme wird umgehend zurückgenommen oder geändert, sobald der Wirtschaftsakteur nachweist, dass er wirksame Korrekturmaßnahmen getroffen hat.

    Οποιοδήποτε ληφθέν μέτρο αποσύρεται ή τροποποιείται αμέσως μόλις ο οικονομικός φορέας αποδείξει ότι έχει λάβει αποτελεσματικά διορθωτικά μέτρα.

  • ακαριαίος

    adjective
  • επόμενος

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πάραυτα
    • ακόλουθος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " umgehend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "umgehend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • θα διεκπεραιωθεί αμέσως
  • αποφεύγω · καταστρατηγώ · κυκλοφορώ · μεταχειρίζομαι · παρακάμπτω · τριγυρίζω · χειρίζομαι
  • πώς μπορεί κάποιος τους δυσάρεστους ανθρώπους να αποφύγει
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "umgehend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη