Μετάφραση του "umsorgen" σε Ελληνικά
Οι νοιάζομαι, τρέφω, περιποιούμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "umsorgen" σε Ελληνικά.
umsorgen
Verb
γραμματική
Acht geben (auf) [..]
-
νοιάζομαι
verb -
τρέφω
verb -
περιποιούμαι
verb -
διατρέφω
Verb verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " umsorgen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Umsorgen
Noun
γραμματική
-
ανατροφή
noun feminineWie Tiereltern ihre Kleinen umsorgen
Παρέχοντας Τροφή και Ανατροφή στον Κόσμο των Ζώων
-
γαλούχηση
noun feminine
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη