Μετάφραση του "unbewaffnet" σε Ελληνικά
Το άοπλος είναι η μετάφραση του "unbewaffnet" σε Ελληνικά.
unbewaffnet
adjective
γραμματική
Keine Waffen bei sich tragend.
-
άοπλος
AdjectiveSie sagte nicht, du sollst unbewaffnet und allein kommen, weil sie schüchtern ist.
Δεν σου είπε να έρθεις άοπλος και μόνος επειδή είναι ντροπαλή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " unbewaffnet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη