Μετάφραση του "unduldsamkeit" σε Ελληνικά
Το μισαλλοδοξία είναι η μετάφραση του "unduldsamkeit" σε Ελληνικά.
Unduldsamkeit
noun
feminine
Indulgenz (gehoben)
-
μισαλλοδοξία
NounSelbst wenn sie sich von religiöser Unduldsamkeit hinreißen ließen, gingen sie anders vor als die Judäer.
Ακόμη κι όταν υπεκινούντο από θρησκευτική μισαλλοδοξία, ενεργούσαν διαφορετικά από τους Ιουδαίους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " unduldsamkeit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη