Μετάφραση του "unerlaubt" σε Ελληνικά

Οι αθέμιτος, ανεπίτρεπτος, χωρίς άδεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unerlaubt" σε Ελληνικά.

unerlaubt Adjective γραμματική

schwarz (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αθέμιτος

    adjective
  • ανεπίτρεπτος

    Adjective
  • χωρίς άδεια

    Entfernte sich unerlaubt und kam gestern her, weil er was von dir wollte.

    Έφυγε χωρίς άδεια για να σε δει, χθες το απόγευμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unerlaubt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "unerlaubt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unerlaubt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη