Μετάφραση του "unerlaubt" σε Ελληνικά
Οι αθέμιτος, ανεπίτρεπτος, χωρίς άδεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unerlaubt" σε Ελληνικά.
unerlaubt
Adjective
γραμματική
schwarz (umgangssprachlich)
-
αθέμιτος
adjective -
ανεπίτρεπτος
Adjective -
χωρίς άδεια
Entfernte sich unerlaubt und kam gestern her, weil er was von dir wollte.
Έφυγε χωρίς άδεια για να σε δει, χθες το απόγευμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " unerlaubt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "unerlaubt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εισέρχομαι παρανόμως · καταπατώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη