Μετάφραση του "unerreichbar" σε Ελληνικά

Οι άφταστος, δυσεύρετος, μη διαθέσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unerreichbar" σε Ελληνικά.

unerreichbar Adjective γραμματική

etw. Unerreichbares

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άφταστος

  • δυσεύρετος

    adjective masculine
  • μη διαθέσιμος

    adjective masculine

    Und wenn das passiert, dann halt sie fest, sonst wird sie feststellen, dass du emotional unerreichbar bist.

    Και όταν συμβεί, αγκάλιασέ την, αλλιώς θα το καταλάβει ότι είσαι συναισθηματικά μη διαθέσιμος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανέφικτος
    • ανεπίτευκτος
    • άφθαστος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unerreichbar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unerreichbar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη