Μετάφραση του "unersetzlich" σε Ελληνικά
Το αναντικατάστατος είναι η μετάφραση του "unersetzlich" σε Ελληνικά.
unersetzlich
adjective
γραμματική
inoperabel (fachsprachlich)
-
αναντικατάστατος
AdjectiveNiemand ist unersetzlich, aber es gibt Menschen, die leichter ersetzt werden können als andere.
Ουδείς αναντικατάστατος, αλλά υπάρχουν άνθρωποι που αντικαθίστανται ευκολότερα απ' ό,τι κάποιοι άλλοι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " unersetzlich " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "unersetzlich" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ουδείς αναντικατάστατος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη