Μετάφραση του "unfroh" σε Ελληνικά

Το λυπημένος είναι η μετάφραση του "unfroh" σε Ελληνικά.

unfroh

unlustig (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λυπημένος

    adjective

    Sich seelisch nicht wohl fühlend, weil etwas fehlt oder nicht stimmt.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unfroh " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "unfroh"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unfroh" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη