Μετάφραση του "unpassend" σε Ελληνικά
Οι ανάρμοστος, αταίριαστος, άβολος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unpassend" σε Ελληνικά.
unpassend
Adjective
adjective
γραμματική
kontraindiziert (med.) (fachsprachlich) [..]
-
ανάρμοστος
adjective masculine -
αταίριαστος
adjective masculine -
άβολος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άκοσμος
- ακατάλληλος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " unpassend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη