Μετάφραση του "unstetig" σε Ελληνικά
Οι ασυνεχής, διακριτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unstetig" σε Ελληνικά.
unstetig
Adjective
adjective
γραμματική
-
ασυνεχής
adjektiv m;f -
διακριτικός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " unstetig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη