Μετάφραση του "urzeitlich" σε Ελληνικά

Το αρχέγονος είναι η μετάφραση του "urzeitlich" σε Ελληνικά.

urzeitlich Adjective γραμματική

Von Anfang an existiert habend; in einem frühesten oder ursprünglichem Stadium. oder Zustand.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχέγονος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " urzeitlich " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "urzeitlich" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη