Μετάφραση του "vanille" σε Ελληνικά
Οι βανίλια, βανίλια, Βανίλια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vanille" σε Ελληνικά.
vanille
-
βανίλια
noun feminineEine mit Vanille, eine mit Muskat, und eine ist etwas limonig.
Το ένα είναι βανίλια, το άλλο έχει λίγο μοσχοκάρυδο και το άλλο είναι λίγο λεμονί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vanille " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Vanille
noun
Noun
feminine
γραμματική
Königin der Gewürze (umgangssprachlich)
-
βανίλια
noun feminineEine mit Vanille, eine mit Muskat, und eine ist etwas limonig.
Το ένα είναι βανίλια, το άλλο έχει λίγο μοσχοκάρυδο και το άλλο είναι λίγο λεμονί.
-
Βανίλια
Gewürz aus den Kapseln der Pflanzen der Gattung Vanilla
Eine mit Vanille, eine mit Muskat, und eine ist etwas limonig.
Το ένα είναι βανίλια, το άλλο έχει λίγο μοσχοκάρυδο και το άλλο είναι λίγο λεμονί.
Εικόνες με "vanille"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη