Μετάφραση του "vater" σε Ελληνικά

Οι πατέρας, πάτερ, Θεός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vater" σε Ελληνικά.

Vater noun masculine γραμματική

der Alte (derb) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πατέρας

    noun masculine

    männliche Elternteil eines Menschen [..]

    Das Hobby meines Vaters ist Angeln.

    Το χόμπι του πατέρα μου είναι το ψάρεμα με καλάμι.

  • πάτερ

    proper masculine

    Das Hobby meines Vaters ist Angeln.

    Το χόμπι του πατέρα μου είναι το ψάρεμα με καλάμι.

  • Θεός

    proper masculine

    Das höchste Wesen, der Schöpfer und der Geist wegen dem und in dem alles ist, wie er von Monotheisten, meist Christen und Juden, genannt wird.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γονέας
    • γονιός
    • κύρης
    • μπαμπάς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vater " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "vater"

Φράσεις παρόμοιες με "vater" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vater" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη