Μετάφραση του "veraltet" σε Ελληνικά

Οι απαρχαιωμένος, αρχαϊκός, ξεπερασμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "veraltet" σε Ελληνικά.

veraltet adjective verb γραμματική

von gestern (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαρχαιωμένος

    adjective masculine

    In diesem Land ist der Produktionsapparat besonders veraltet und modernisierungsbedürftig.

    Ο μηχανισμός παραγωγής σε αυτή τη χώρα είναι ιδιαίτερα απαρχαιωμένος και χρήζει εκσυγχρονισμού.

  • αρχαϊκός

    adjective
  • ξεπερασμένος

    adjective masculine

    Unsere Ausrüstung ist so veraltet, dass wir einen Wagen leihen mussten.

    Ο εξοπλισμός μας είναι τόσο ξεπερασμένος που δανείστηκα αυτοκίνητο για να ανταπεξέλθω σε ανάγκη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρχαΐζων
    • παρωχημένος
    • αρχαΐζουσα
    • αρχαϊκή
    • αρχαϊκό
    • αρχαΐζον
    • υπό απόσυρση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " veraltet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "veraltet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "veraltet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη