Μετάφραση του "vereidigen" σε Ελληνικά
Οι εγκαινιάζω, ορκίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vereidigen" σε Ελληνικά.
vereidigen
Verb
γραμματική
-
εγκαινιάζω
Verb -
ορκίζω
verbDas tun Menschen. Ganz besonders, wenn man ein Gesetzeshüter ist, der grad vereidigt wurde.
Έτσι κάνουν οι άνθρωποι, ειδικά ένας αστυνομικός που μόλις ορκίστηκε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vereidigen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "vereidigen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ένορκος · ορκισμένος · ορκωτός
-
ορκίστηκε στο σύνταγμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη