Μετάφραση του "verteidigen" σε Ελληνικά

Οι υπερασπίζω, υπερασπίζομαι, αμύνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verteidigen" σε Ελληνικά.

verteidigen verb γραμματική

die Stirn bieten (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπερασπίζω

    verb

    Wir mussten sie verteidigen oder unser Aussterben riskieren.

    Έπρεπε να τους υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας ή εξαφάνιση του κινδύνου.

  • υπερασπίζομαι

    verb

    Ich möchte den Extremismus nicht verteidigen, aber er kommt nicht von ungefähr.

    Δεν υπερασπίζομαι τον εξτρεμισμό, αλλά δεν έρχεται από το πουθενά.

  • αμύνομαι

    verb

    Sie soll den ganzen Planeten verteidigen.

    Λέγεται πως είναι ικανό να αμυνθεί ολόκληρο τον πλανήτη τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προασπίζω
    • υπεραμύνομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verteidigen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Verteidigen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Verteidigen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Verteidigen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "verteidigen"

Φράσεις παρόμοιες με "verteidigen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verteidigen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη