Μετάφραση του "verwaist" σε Ελληνικά
Οι εγκαταλειμμένος, ορφανός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verwaist" σε Ελληνικά.
verwaist
Adjective
adjective
γραμματική
Ohne lebende Eltern.
-
εγκαταλειμμένος
-
ορφανός
adjectiveAbraham und Lot, sein verwaister Neffe, den er mit in das Land genommen hatte, waren Viehzüchter.
Αυτός και ο Λωτ, ο ορφανός ανεψιός του τον οποίον ο άτεκνος Αβραάμ είχε πάρει μαζί του στη χώρα, ήταν κτηνοτρόφοι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " verwaist " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "verwaist" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συσκευή-φάντασμα
-
ορφανό πρόγραμμα-πελάτης
-
ορφανά έργα
-
φάντασμα · φασματικό είδωλο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη