Μετάφραση του "vorbehalt" σε Ελληνικά

Το επιφύλαξη είναι η μετάφραση του "vorbehalt" σε Ελληνικά.

Vorbehalt noun masculine γραμματική

Intervention (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιφύλαξη

    noun feminine

    Ungeachtet dieses allgemeinen Vorbehalts unterstützt unsere Fraktion den Bericht.

    Με αυτή τη γενική επιφύλαξη, η πολιτική ομάδα μας υποστηρίζει την έκθεση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vorbehalt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vorbehalt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vorbehalt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη