Μετάφραση του "vorhergehend" σε Ελληνικά
Οι προηγούμενος, μπροστινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vorhergehend" σε Ελληνικά.
vorhergehend
adjective
verb
γραμματική
vorgängig (schweiz.)
-
προηγούμενος
adjective masculine -
μπροστινός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vorhergehend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη