Μετάφραση του "wachsam" σε Ελληνικά

Οι άγρυπνος, ακοίμητος, επιφυλακτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wachsam" σε Ελληνικά.

wachsam adjective γραμματική

sachtemang (Berlinerisch) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άγρυπνος

    adjective

    Viel hängt davon ab, wie der Vorsitzende die Zusammenkunft leitet, und daher sollte er wachsam sein.

    Πολλά εξαρτώνται από τον χειρισμό της συναθροίσεως εκ μέρους του εισηγητού, και γι’ αυτό πρέπει να είναι άγρυπνος.

  • ακοίμητος

    adjective
  • επιφυλακτικός

  • προσεχτικός

    adjective

    Anwesend ist auch der stets wachsame Schiedsrichter im traditionellen Kimono des Samurai mit einer schwarzen Kopfbedeckung schintoistischen Ursprungs.

    Εκτός απ’ αυτά υπάρχει ο πάντοτε προσεχτικός διαιτητής που είναι ντυμένος με πλήρες κουστούμι στυλ πολεμιστή με μαύρο κάλυμμα στο κεφάλι προέλευσης Σίντο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wachsam " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wachsam" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wachsam" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη