Μετάφραση του "wagen" σε Ελληνικά

Οι τολμώ, διακινδυνεύω, ρισκάρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wagen" σε Ελληνικά.

wagen verb γραμματική

ganz schön mutig sein (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τολμώ

    verb

    Ich wage mir nicht vorzustellen, daß es unter uns einige gibt, die so vollkommen verantwortungslos denken.

    Δεν τολμώ να φανταστώ ότι ορισμένοι από μας μπορεί να είναι τελείως ανεύθυνοι.

  • διακινδυνεύω

    verb

    Viele wagten wegen ihres vorgerückten Alters die beschwerliche Reise nicht mehr.

    Τα γηρατειά απέτρεψαν πολλούς από το να διακινδυνεύσουν τις κακουχίες του ταξιδιού.

  • ρισκάρω

    verb

    Es war gewagt, Sie um ein Treffen zu bitten.

    Ήξερα πως ρισκάρω όταν ζήτησα να σε συναντήσω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποτολμώ
    • ριψοκινδυνεύω
    • τολμάω
    • διακυβεύω
    • αντιμετωπίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wagen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Wagen noun masculine γραμματική

fahrbarer Untersatz (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαγόνι

    noun neuter

    Der Wagen ist verschwunden, also muss er irgendwo sein.

    Αυτό το βαγόνι εξαφανίστηκε, οπότε κάπου πρέπει να είναι.

  • αυτοκίνητο

    noun neuter

    Dein Wagen fährt schnell, aber mein Wagen fährt schneller.

    Το αυτοκίνητό σου πάει γρήγορα αλλά το δικό μου αυτοκίνητο πηγαίνει γρηγορότερα.

  • αμάξι

    noun neuter

    Mein Wagen ist schneller als deiner.

    Τ' αμάξι μου είναι πιο γρήγορο απ' το δικό σας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άμαξα
    • επιβατικό αυτοκίνητο
    • άρμα
    • καροτσάκι
    • καρότσι
    • κούρσα
    • τρόλεϊ
    • φορείο
    • όχημα
    • μέσο
    • φορέας
    • τροφοδότης χαρτιού

Εικόνες με "wagen"

Φράσεις παρόμοιες με "wagen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wagen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη