Μετάφραση του "wahllos" σε Ελληνικά
Το αδιάκριτος είναι η μετάφραση του "wahllos" σε Ελληνικά.
wahllos
Adjective
γραμματική
akzidentiell (fachsprachlich)
-
αδιάκριτος
adjectiveDie Israeliten sollten keinen freien, zügellosen oder wahllosen Geschlechtsverkehr pflegen.
Ο Ισραήλ δεν έπρεπε να είναι ελεύθερος, χαλαρός και αδιάκριτος στις σεξουαλικές σχέσεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wahllos " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη